«Μόνο προσευχή μπορώ να κάνω πλέον…»
Πόσες φορές το έχουμε ακούσει αυτό από άλλους ή το έχουμε πει και οι ίδιοι; Είναι αλήθεια: ΜΟΝΟ προσευχή μπορούμε να κάνουμε… αλλά συνήθως δεν το λέμε μ’ αυτή την έννοια.
Συνήθως, υπάρχει ένας στεναγμός, ένα ανασήκωμα των ώμων και μετά λέμε “καλά, μόνο προσευχή μπορώ να κάνω πλέον”. Α φού πρώτα έχουμε ψάξει κάθε κοσμική και ανθρώπινη λύση για το κάθε πρόβλημα: προβληματικές σχέσεις, ασθένειες, μοναξιά, προβλήματα στη σχολή, παρανοήσεις μεταξύ των φίλων ή της οικογένειας, κ.λπ. Αν και ίσως να μην είναι αυτή η πρόθεση εκείνου που το λέει, αυτό συχνά μεταφράζεται ως εξής: “Κοίτα, εγώ, με την πανσοφία μου, τις απέραντες ικανότητες και δεξιότητές μου, έκανα ό,τι ήταν δυνατόν για να το λύσω αυτό το πρόβλημα και τίποτα δεν πέτυχε. Οπότε, Κύριε, ίσως, λέω ίσως, Εσύ μπορείς να κάνεις κάτι. Έχω εξαντλήσει όλες μου τις δυνάμεις και δεν έχω πια πού αλλού να καταφύγω”.
Η αλήθεια είναι ότι ΜΟΝΟ προσευχή μπορούμε να κάνουμε. Είναι το ισχυρότερο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε για τον εαυτό μας, για τους αγαπημένους μας και για τον κόσμο. Αν έχουμε συνεχώς το Θεό ενώπιον μας και στρεφόμαστε σ’ αυτόν για τα πάντα, τότε ακολουθούμε τη σωστή σειρά. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι θα κάτσουμε κάτω και δε θα κάνουμε τίποτα. Όχι. Πρέπει να έρθουμε σε τέτοια συνεργασία με το Θεό: ο άνθρωπος τεντώνει το χέρι του από τη γη και ο Θεός κλίνει από τον ουρανό. Πρέπει, βέβαια, να κάνουμε αυτό που μας αντιστοιχεί, αλλά πρέπει να αντιστρέψουμε το σύστημα με το οποίο χειριζόμαστε τις καταστάσεις: πρώτα στρεφόμαστε στο Θεό και έπειτα με Αυτόν πάντα στην καρδιά μας και τα χείλη μας, ψάχνουμε τη βοήθεια στα μέσα που Εκείνος μάς έχει δώσει. Το δύσκολο κομμάτι είναι να τα αφήσουμε όλα στα χέρια του Θεού πρώτα και έπειτα να δουλέψουμε μαζί Του.
Ένα τέτοιο παράδειγμα βλέπουμε στις ορθόδοξες χώρες, ιδιαίτερα στις εκκλησίες που έχουν ολόσωμα λείψανα Αγίων. Οι φοιτητές έρχονται στο ναό από πολύ νωρίς το πρωί πριν το μάθημα για να προσκυνήσουν τα λείψανα και προσεύχονται σε αυτά, ειδικά τις μέρες μιας δύσκολης εξέτασης. Σίγουρα, ο φοιτητής έχει μελετήσει σκληρά για τις εξετάσεις, αλλά ξέρει ότι χωρίς τη βοήθεια του Κυρίου, αυτό είναι μάταιο. “ Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες, εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων (Ψαλμ. 128, 1) .
Ο Γέρων Κλεόπας συμβούλευε πάντα τους ανθρώπους: όταν η μητέρα σας, το παιδί σας, ο σύζυγός σας, οποιοσδήποτε είναι άρρωστος, καλέστε πρώτα τον ιερέα, όχι το γιατρό! Η εκκλησία έχει προσευχές για ό,τι μπορείτε να φανταστείτε και αυτές οι προσευχές είναι πολύ αποτελεσματικές. Στραφείτε, πρώτα, σ’ αυτές τις προσευχές και έπειτα προχωρήστε. Εάν χτίζετε σπίτι υπάρχει ευχή για την έναρξη αυτής της απόπειρας, για τα ταξίδια υπάρχουν ευχές, για τη μελέτη υπάρχουν ευχές… Κάτι που βεβαιώνει το όφελος αυτών των προσευχών εδώ στο μοναστήρι σχετίζεται με τα κοτόπουλα ελευθέρας βοσκής που έχουμε. Πολλοί μάς ρωτάνε πώς και τα κοτόπουλα δεν έχουν γίνει θήραμα για τα πολλά αρπακτικά ζώα που περιπλανώνται στο κοντινό δάσος. Η απάντηση: κάθε χρόνο, στη γιορτή του αγίου Βλασίου, προστάτη των οικόσιτων ζώων, γυρνάμε το κοτέτσι με τον ιερέα, τραγουδώντας το τροπάρι του ιερομάρτυρος και έτσι τα κοτόπουλα παίρνουν ευλογία. Αν, κάποια στιγμή, μια-δυο κότες εξαφανίστούν (πράγμα που στα έξι χρόνια έχει συμβεί περίπου τρεις φορές), κλειδώνουμε τις υπόλοιπες στο μαντρί για μερικές εβδομάδες, ενώ συνεχίζουμε να προσευχόμαστε στον άγιο Βλάσιο να μας προστατέψει ξανά.








Αυτό μου θυμίζει το αγιογραφικό «αγαπώμεν μη λόγω μηδέ τη γλώσση, αλλ’ εν έργω και αληθεία». Συνήθως τα συζητάμε, τα ξανασυζητάμε και άκρη δε βγάζουμε, γιατί δεν αποφασίζουμε να περάσουμε στην εφαρμογή. Τι θα γινόταν αν αυτή τη στιγμή καταπαύαμε από τις ασχολίες μας και γονατίζαμε μπροστά Του;