Κατασκηνώσεις

Μακριά από την πολύβουη μεγαλούπολη, πέρα από το αποπνικτικό νέφος, έξω από τον αγχώδη ρυθμό της σύγχρονης ζωής, μετά τον κόπο των εξετάσεων…

Στο Άνω Αθαμάνιο Άρτας, στις καταπράσινες πλαγιές των Τζουμέρκων, σε υψόμετρο 1.100 μέτρων μέσα στα έλατα και στο φως…

Μας περιμένει ένας κόσμος χάριτος και ζωής, η κατασκήνωση της Χριστιανικής Φοιτητικής Δράσης, για να ζήσουμε την ξένοιαστη και αδελφική συντροφιά, την αληθινή ψυχαγωγία, τις εκπλήξεις, τις εκδρομές, τις γεμάτες ενδιαφέρον συζητήσεις, την παρουσία του Θεού.

Φοιτητές από όλη την Ελλάδα ζούμε μια μοναδική ευκαιρία γνωριμίας, ανταλλαγής σκέψεων και γόνιμου προβληματισμού πάνω σε ενδιαφέροντα θέματα του καιρού μας. Συγχρόνως οι λατρευτικές ευκαιρίες, η προσευχή και η συζήτηση πνευματικών θεμάτων, που αποκαλύπτουν άγνωστες πτυχές της Πίστης μας, βοηθούν στην απόκτηση ευλογημένων πνευματικών εμπειριών και οδηγούν σε μια πνευματική ανανέωση. Δίνουν την δύναμη για μόνη υπεύθυνη και αλάνθαστη πορεία στη ζωή, μέσα στο φως του Χριστού και σύμφωνα με την αιώνια αλήθεια του λόγου Του, όπως την ζει και την κηρύττει η Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας.

Επίσης κατασκηνώσεις έχουν και όλα τα άλλα παραρτήματα της Χριστιανικής Φοιτητικής Δράσης, όπως η Θεσσαλονίκη την Καλάνδρα και τη Θεοσκέπαστη, η Λάρισα τη Σκοτίνα, τα Τρίκαλα το Νεραϊδοχώρι και άλλες πολλές ακόμα σε Ελλάδα και Κύπρο…

Και για τους μικρότερους αδελφούς μας, μαθητές και μαθήτριες, να μερικές χριστιανικές μαθητικές κατασκηνώσεις!

*  *  *

*  *  *

“Γλυκιά ‘ναι κατασκήνωση πάντα η θύμησή σου…”

«Εὐχαριστοῦμεν σοι, Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, ὑπέρ πασῶν τῶν εὐεγερσιῶν τῶν ἐκ πρώτης ἡλικίας μέχρι τῆς παρούσης, εἰς ἡμᾶς τους ἀναξίους γεγενημένων, ὑπέρ ὧν ἴσμεν, καί οὐκ ἴσμεν, ὑπέρ τῶν φανερῶν καί ὑπέρ τῶν ἀφανῶν, τῶν ἐν ἔργῳ γενομένων καί ἐν λόγῳ, ὁ ἀγαπήσας ἡμᾶς, ὥστε τόν μονογενῆ σου Υἱόν δοῦναι ὑπέρ ἡμῶν…»

Προσεύχεται όλη η κατασκήνωση για τελευταία φορά. Και τι άλλο θα μπορούσε να πει αυτή την ώρα την πρωινή; Τι άλλο θα ταίριαζε να βγει από τα μύχια της καρδιάς του καθενός λίγες ώρες πριν αναχωρήσει από τον ευλογημένο αυτόν τόπο: Ίσως τίποτε άλλο, εκτός από ευχαριστία και δοξολογία, από ευγνωμοσύνη και αίνεση προς τον Θεό «ἐπί πᾶσι οἷς ἤκουσε καί εἷδε» και «ἐπί τήν καρδίαν του ἀνέβη». Όμως η αδυναμία για μια τέτοια πραγματική ευχαριστία πρόδηλη. Η γλώσσα αδυνατεί να αρθρώσει λόγο αφού «ἱσαρίθμους τῇ ψάμμῳ ᾠδάς ἄν προσφέρωμέν σοι, βασιλεῦ Ἅγιε, οὐδέν τελοῦμεν ἄξιον ὧν δέδωκας ἡμῖν». Έτσι το μόνο που μένει, το «ευχαριστώ» μας, να γίνει έργο στη ζωή μας. Αγάπη αληθινή, πηγαία, γνήσια, ανόθευτη προς τον Κύριο και υπακοή τελεία στο Άγιο θέλημά Του.

Μ’ αυτά τα συναισθήματα, αφού προσκυνήσουμε στην Εκκλησία της Κατασκηνώσεως τους Αγίους, την Παναγία Μητέρα του Χριστού και τον Άγιο Χριστόδουλο τον εκ Κασσανδρείας που έμειναν μαζί μας τόσες ημέρες και πρέσβευαν για όλη την κατασκήνωση, κατευθυνόμαστε στο σημαιοστάσιο για την έπαρση της σημαίας.

Δεν περνά πολλή ώρα και η κατασκήνωση παρουσιάζει την εικόνα μιας πολύβουης κυψέλης. Στις σκηνές τακτοποιούνται στις αποσκευές τα τελευταία πράγματα του καθενός και το γήπεδο δεν αργεί να γεμίσει από βαλίτσες, τσάντες μικρές και μεγάλες, μπόγους, που περιμένουν να φορτωθούν στα λεωφορεία και τα αυτοκίνητα. Μια και υπάρχει λίγος χρόνος, ευκαιρία για αναμνηστικές φωτογραφίες ομαδικές και ατομικές. Αλλά και όλης της κατασκηνώσεως λίγο πριν την αναχώρηση. Κάποια στιγμή όλη η κίνηση καταπαύει. Η κατασκήνωση εμφανίζει την όψη μιας έρημης πολιτείας.

Τα βλέπεις και κυριεύεσαι από μια παράξενη θλίψη, μια γλυκιά θλίψη που ‘χει μέσα της το σπόρο της ελπίδας και της ειρηνικής προσμονής. Όπως κάτω από το παχύ στρώμα του χιονιού κρύβεται η ζωή που θα βλαστήσει στην καθορισμένη από το Θεό εποχή, έτσι κι εδώ «κρύφτηκαν» προσωρινά τα πάντα που σου θυμίζουν τις ευχάριστες ώρες της κατασκηνωτικής ζωής. Μα η σπίθα της προσμονής και η φλογίτσα της νοσταλγίας θα καίνε άσβηστες όλο το χρόνο μέχρις ότου έλθει η καθορισμένη απ’ το Θεό ημέρα που στο χώρο αυτό θ’ ακουστούν πάλι από νεανικά χείλη «ψαλμοί και ύμνοι και ωδές πνευματικές».

Το λεωφορείο πήρε τη στροφή και μπήκε στη δημοσιά. Το ταξίδι της επιστροφής αρχίζει. Ύστατο χαίρε προς τη γη που μας φιλοξένησε, ύστατο προς της θάλασσας το βουητό, και προς το κύμα που στο ακρογιάλι καθημερινά μας ανύψωνε. Ύστατο χαίρε προς το δροσοβόλο αέρα που συχνά μας ζωογόνησε. Ύστατο χαίρε προς την ποθητή ησυχία που τόσο μας ειρήνευσε και μας γαλήνευσε. Ύστατο χαίρε προς την ευλογημένη αυτή κατασκηνωτική στέγη που μας έθρεψε πνευματικά και στάθηκε φύλακας, φρουρός και καταφύγιο μέσα στους πειρασμούς του καλοκαιριού.

Σε λίγο φτάνουμε στην πολύβουη πόλη μας. Μέσα στο θόρυβο, στην κίνηση και στην ταχύτητα, για να ζήσουμε θωρακισμένοι πνευματικά με τη χάρη του Θεού εκεί που το σχέδιό Του καθόρισε για τον καθένα μας.

Όλων μας πόθος φλογερός και επιθυμία και εγκάρδιος προσευχή είναι ο επίλογος να γραφεί στο Αποκάλυψις ΚΑ΄ 3. Εκεί που θα είναι «ἡ σκηνή τοῦ Θεοῦ μετά τῶν ἀνθρώπων, καί σκηνώσει μετ’ αὐτῶν, καί αὐτοί λαός αὐτοῦ ἔσονται, καί αὐτός ὁ Θεός μετ’ αὐτῶν ἔσται». Αμήν.