Αγιογραφικές Ιστορίες (Β’ Μέρος)

ΘΕ­ΜΑ: ΤΑ ΛΟ­ΓΙ­Α ΜΑΣ

Με­τά τήν Πε­ντη­κο­στή οἱ Χρι­στι­α­νοί ὅ­λο καί πλή­θαι­ναν.῾Η ᾿Εκ­κλη­σί­α ἀ­σκοῦ­σε μιά δυ­να­τή μυ­στι­κή ἕλ­ξη. Οἱ μα­θη­τές καί ἄλ­λοι «ἐ­ξα­ί­σι­οι γνῶ­στες τῆς Βί­βλου» κή­ρυτ­ταν θαρ­ρα­λέ­α. Εἶ­χαν δύ­να­μη καί τέ­τοι­α πει­θώ, πού ἔ­πει­θαν καί τόν πιό δύ­σπι­στο. ᾿Α­νά­με­σα σ᾿ αὐ­το­ύς ξε­χώ­ρι­ζε μιά μορ­φή μέ χα­ρί­σμα­τα σπά­νι­α, ὁ Στέ­φα­νος.

῾Ο Στέ­φα­νος ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό το­ύς ἑ­πτά δι­α­κό­νους τῆς πρώ­της ᾿Εκ­κλη­σί­ας. ῏Η­ταν «ἄν­δρας πλή­ρης πί­στε­ως καί Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου». Στο­λι­σμέ­νος μέ θεῖ­α χα­ρί­σμα­τα ἔ­κα­νε πολ­λά θα­ύ­μα­τα καί με­γά­λα, πού ἔ­κα­νε τόν λαό νά τόν ἀ­κο­ύ­ει καί νά τόν πα­ρα­κο­λου­θεῖ μέ δέ­ος.

Σ᾿ ὅ­ποι­α Συ­να­γω­γή πή­γαι­νε, ὁ λό­γος του ἦ­ταν πύ­ρι­νος. ᾿Α­νέ­βαι­νε στό βῆ­μα, μι­λοῦ­σε πει­στι­κά, ἀ­νέ­λυ­ε τήν Πα­λαιά Δι­α­θή­κη καί ὁ­δη­γοῦ­σε τό ἀ­κρο­α­τή­ρι­ο στήν χρι­στι­α­νι­κή πί­στη. Τό­τε γι­νό­ταν σά­λος. ῎Αρ­χι­ζε ἡ λο­γο­μα­χί­α μέ το­ύς νο­μο­δι­δα­σκά­λους. Μά κα­νέ­νας δέν μπο­ροῦ­σε νά τά βγά­λει πέ­ρα μα­ζί του. ᾿Α­κτι­νο­βο­λοῦ­σε τέ­τοι­α μυ­στι­κή δύ­να­μη, πού κα­τέ­πλησ­σε κι ἔ­κα­νε ὅ­λους νά σω­πα­ί­νουν καί νά σκύ­βουν τό κε­φά­λι.

Κά­ποι­α μέ­ρα σέ μιά Συ­να­γω­γή ὄ­μως οἱ ραβ­βί­νοι εἶ­χαν κα­τα­στρώ­σει κα­λά τό δό­λι­ο σχέ­διό τους. Σ᾿ ἕ­να νεῦ­μα τους ση­κώ­θη­καν οἱ πλη­ρω­μέ­νοι ψευ­δο­μάρ­τυ­ρες. Εἶ­χαν δι­δα­χθεῖ κα­λά τό μά­θη­μά τους. Εἶ­παν πώς ὁ Στέ­φα­νος λέ­ει βλά­σφη­μα λό­γι­α κα­τά τοῦ Μω­υ­σῆ καί κα­τά τοῦ Θε­οῦ. Τόν ἄ­κου­σαν, εἶ­παν, μέ τ᾿ αὐ­τιά τους.

῞Ο­σοι ἦ­ταν στή Συ­να­γω­γή πε­τά­χτη­καν ὄρ­θι­οι. Λα­ός, πρε­σβύ­τε­ροι, γραμ­μα­τεῖς ἔ­γι­ναν ἔ­ξαλ­λοι ἀ­πό θυ­μό. Χι­λι­ά­δες στό­μα­τα ἄ­νοι­ξαν κι ἄ­φη­σαν ἕ­να ἀ­λα­λα­γμό. Σφι­γμέ­νες γρο­θι­ές ὑ­ψώ­θη­καν ἀ­πει­λη­τι­κά στόν ἀ­έ­ρα. Καί ταυ­τό­χρο­να κά­ποι­α χέ­ρι­α ἅρ­πα­ζαν τόν Στέ­φα­νο καί τόν ἔ­σερ­ναν μέ βί­α μέ­σα ἀ­πό το­ύς πλα­κό­στρω­τους δρό­μους τῆς ῾Ι­ε­ρου­σα­λήμ καί κά­τω ἀ­πό τά βλέμ­μα­τα τῶν ἀ­πο­ρη­μέ­νων δι­α­βα­τῶν, στό Συ­νέ­δρι­ο.

῾Η αἴ­θου­σα τοῦ Συ­νε­δρί­ου, ἦ­ταν ἔ­ξω ἀ­πό τό Ναό, στήν με­γά­λη αὐ­λή. Οἱ δι­κα­στές μέ συν­νε­φι­α­σμέ­να τά πρό­σω­πα κά­θι­σαν σέ ἡ­μι­κύ­κλι­ο. Τά βλέμ­μα­τά τους καρ­φώ­θη­καν πά­νω του. ᾿Αλ­λά πε­ρί­ερ­γο. ᾿Ε­κεῖ­νο τό πρό­σω­πο δέν ἔ­μοι­α­ζε μέ πρό­σω­πο βλα­σφή­μου. Εἶ­χε μορ­φή ἀγ­γέ­λου. Φῶς ὑ­περ­κό­σμι­ο ἔ­βγαι­νε ἀ­πό πά­νω του, ἀ­κτι­νο­βο­λοῦ­σε σάν ἄγ­γε­λος. Μά οἱ ᾿Ι­ου­δαῖ­οι δέν πρό­σε­χαν τί­πο­τε. Εἶ­χαν καρ­δι­ές σκλη­ρές.

῾Ο Στέ­φα­νος μέ ἕ­να θαυ­μά­σι­ο λό­γο ἀ­πέ­δει­ξε τήν ἀ­λή­θει­α τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στε­ως. ῏Η­ταν ἕ­τοι­μος νά ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τό λό­γο του καί νά πεῖ πώς ὁ Χρι­στός εἶ­ναι ὁ Μεσ­σί­ας, πού πε­ρί­με­νε μέ λα­χτά­ρα ὁ ᾿Ισ­ρα­ήλ. ᾿Αλ­λά οἱ κα­τή­γο­ροι εἶ­χαν πά­ρει κι­ό­λας τήν ἀ­πό­φα­σή τους. Οὔ­τε πρό­σε­χαν τά λό­γι­α του. Καί τό­τε ὁ Στέ­φα­νος στα­μά­τη­σε. ῞Υ­ψω­σε τή φω­νή του. ῾Ο λό­γος του ἔ­γι­νε ξα­φνι­κά πύ­ρι­νος. Εἶ­στε σκλη­ρο­τρά­χη­λοι, το­ύς εἶ­πε. ᾿Α­ντι­στέ­κε­στε στή φω­νή τοῦ Θε­οῦ. ῞Ο­πως ἀ­κρι­βῶς καί οἱ πα­τέ­ρες σας. Εἶ­στε προ­δό­τες καί φο­νι­ά­δες τοῦ δί­και­ου Χρι­στοῦ.

῾Η αἴ­θου­σα τό­τε γέ­μι­σε ἀ­πό μου­γκρη­τά. ῎Η­θε­λαν νά χυ­μή­ξουν πά­νω του νά τόν ξε­σχί­σουν. ᾿Ε­κεῖ­νος στε­κό­ταν ἀ­τά­ρα­χος. Λου­σμέ­νος στό θεῖ­ο φῶς. Κι ἐ­νῶ τά βλέμ­μα­τα ὅ­λων καρ­φώ­νο­νταν πά­νω του σάν μά­τι­α θη­ρί­ων, αὐ­τός ἔ­στρε­φε τό κα­θα­ρό βλέμ­μα του στόν οὐ­ρα­νό. Καί τό­τε εἶ­δε τήν «δό­ξα τοῦ Θε­οῦ», εἶ­δε τόν ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στό νά κά­θε­ται στό θρό­νο τοῦ Θε­οῦ ἐκ δε­ξι­ῶν τοῦ Πα­τρός. ῾Ο Στέ­φα­νος ἐμ­ψυ­χω­μέ­νος πιά, βα­δί­ζει μέ στα­θε­ρό­τη­τα στό μαρ­τύ­ρι­ο.

῾Ο ὄ­χλος μό­λις ἄ­κου­σε τόν Στε­φά­νο νά λέ­ει ὅ­τι βλέ­πει τόν «᾿Ι­η­σοῦ ἐκ δε­ξι­ῶν τοῦ Θε­οῦ», ἄρ­χι­σε νά οὐρ­λι­ά­ζει. Βο­ύ­λω­σε ἐ­πι­δει­κτι­κά τά αὐ­τιά του. Τά λό­γι­α του το­ύς προ­ξέ­νη­σαν τέ­τοι­α μα­νί­α, ὥ­στε χύ­μη­ξαν ὅ­λοι μα­ζί καί ἔ­συ­ραν τόν Στέ­φα­νο ἔ­ξω ἀ­πό τήν πύ­λη τῆς Πό­λε­ως.

῾Ο μάρ­τυ­ρας το­πο­θε­τή­θη­κε στό βά­θρο τοῦ λι­θο­βο­λι­σμοῦ. ῾Ο ὄ­χλος σύρ­θη­κε πί­σω οὐρ­λι­ά­ζο­ντας. Οἱ ψευ­δο­μάρ­τυ­ρες πλη­σί­α­σαν τόν Στέ­φα­νο, καί σύμ­φω­να μέ τόν Νό­μο, ἔ­κα­ναν πρῶ­τοι τήν ἀρ­χή. Σή­κω­σαν τίς πέ­τρες καί τόν κτύ­πη­σαν μ᾿ ὅ­λη τους τή δύ­να­μη. Δέν κα­τόρ­θω­σαν ὅ­μως νά τόν ἀ­πο­τε­λει­ώ­σουν. ῞Υ­στε­ρα ἦλ­θε ἡ σει­ρά τοῦ ὄ­χλου, πού ἀ­νυ­πο­μο­νοῦ­σε κρα­τῶ­ντας τίς πέ­τρες. ῎Ε­ρι­χναν μέ ὀρ­γή καί λύσ­σα. Γιά νά μήν ἐ­μπο­δί­ζο­νται στό μα­κά­βρι­ο ἔρ­γο τους, ἄ­φη­ναν τά λευ­κά τους ἰ­μά­τι­α, στά πό­δι­α κά­ποι­ου νέ­ου, τοῦ Σα­ύ­λου, πού ἄν καί δέν ἔ­ρι­χνε πέ­τρες, ἦ­ταν ὅ­μως βα­θύ­τα­τα ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος, γι­α­τί συ­νερ­γοῦ­σε στήν ἐ­κτέ­λε­ση.

Κά­ποι­α στι­γμή ὁ Στέ­φα­νος κα­τα­πλη­γω­μέ­νος, συ­γκέ­ντρω­σε ὅ­λες του τίς δυ­νά­μεις καί γο­νά­τι­σε. Πῆ­ρε βα­θειά ἀ­νά­σα, ὕ­ψω­σε τή φω­νή του κι ἔ­κρα­ξε· «Κύ­ρι­ε μή στή­σῃς αὐ­τοῖς τήν ἁ­μαρ­τί­αν τα­ύ­την». Κα­θώς οἱ πέ­τρες σφύ­ρι­ζαν σάν χα­λά­ζι στόν ἀ­έ­ρα καί κτυ­ποῦ­σαν τό μαρ­τυ­ρι­κό σῶ­μα, ὁ Στέ­φα­νος ἄ­νοι­ξε τά χέ­ρι­α, ὕ­ψω­σε τό βλέμ­μα στόν οὐ­ρα­νό καί εἶ­πε· «Κύ­ρι­ε ᾿Ι­η­σοῦ, δέ­ξαι τό πνεῦ­μα μου». ῾Ο μάρ­τυ­ρας πιά νε­κρός ἔ­πλε­ε στό ζε­στό αἷ­μα, πού ἔ­βα­φε τό σω­ρό ἀ­πό τίς πέ­τρες.

᾿Α­σφα­λῶς πολ­λά δι­δά­γμα­τα θά μπο­ρο­ύ­σα­με νά πά­ρου­με ἀ­πό τό ἡ­ρω­ϊ­κό πα­ρά­δει­γμα τοῦ πρω­το­μάρ­τυ­ρα Στε­φά­νου.

᾿Ε­μεῖς ὅ­μως σή­με­ρα θά ἐ­πι­κε­ντρώ­σου­με τήν προ­σο­χή μας σέ μιά ἀ­πό τίς πολ­λές ἀ­ρε­τές του. ῾Ο Στέ­φα­νος «ἐ­λά­λει σο­φί­ᾳ καί τῷ πνε­ύ­μα­τι».

1.Μι­λοῦ­σε μέ θε­ί­α σο­φί­α καί φω­τι­σμό τοῦ ῾Αγ. Πνε­ύ­μα­τος.Ποῦ φα­ί­νε­ται αὐ­τό;

- Μι­λοῦ­σε μέ θε­ί­α δύ­να­μη στίς Συ­να­γω­γές καί στό Συ­νέ­δρι­ο,

- Δέν μπο­ροῦ­σε κα­νε­ίς νά τόν ἀ­ντι­με­τω­πί­σει.

- ῎Ε­πει­θε πλή­θη λα­οῦ.

- ᾿Αλ­λά καί κα­τά τήν ὥ­ρα τοῦ λι­θο­βο­λι­σμοῦ, δέν τοῦ ξέ­φυ­γε καμ­μιά λέ­ξη ὀρ­γῆς καί ἀ­γα­να­κτή­σε­ως.

- ᾿Α­ντι­θέ­τως συγ­χώ­ρη­σε το­ύς δη­μί­ους του.

2.Πῶς ἐ­μεῖς μπο­ροῦ­με νά μι­μη­θοῦ­με αὐ­τό τό πα­ρά­δει­γμα τοῦ Στε­φά­νου;

α) Πο­τέ νά μήν μᾶς ξε­φε­ύ­γουν λό­γι­α, ἀ­πρε­πῆ, θυ­μώ­δη,

κο­ρο­ϊ­δί­ες, ψέμ­μα­τα, βρι­σι­ές, δι­και­ο­λο­γί­ες, κα­τα­κρί­σεις, ἀ­γρι­ό­τη­τες.

β) Νά μι­λοῦ­με μέ θε­ί­α σο­φί­α, μέ πί­στη, μέ εὐ­γέ­νει­α, μέ θάρ­ρος.

ΣΥΝΘΗΜΑ: Τά λό­γι­α μου, κα­θα­ρά, προ­σε­κτι­κά, εὐ­γε­νι­κά.

Σελίδα: 1 2 3 4

Στην ίδια κατηγορία:



Σχετικά άρθρα:

Καμία απάντηση

Δεν υπάρχουν ακόμα απαντήσεις!

Αφήστε μια νέα απάντηση

Πρέπει να είστε συνδεδεμένος για να αφήσετε μια απάντηση.