ΘΕΜΑ: ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΜΑΣ
Μετά τήν Πεντηκοστή οἱ Χριστιανοί ὅλο καί πλήθαιναν.῾Η ᾿Εκκλησία ἀσκοῦσε μιά δυνατή μυστική ἕλξη. Οἱ μαθητές καί ἄλλοι «ἐξαίσιοι γνῶστες τῆς Βίβλου» κήρυτταν θαρραλέα. Εἶχαν δύναμη καί τέτοια πειθώ, πού ἔπειθαν καί τόν πιό δύσπιστο. ᾿Ανάμεσα σ᾿ αὐτούς ξεχώριζε μιά μορφή μέ χαρίσματα σπάνια, ὁ Στέφανος.
῾Ο Στέφανος ἦταν ἕνας ἀπό τούς ἑπτά διακόνους τῆς πρώτης ᾿Εκκλησίας. ῏Ηταν «ἄνδρας πλήρης πίστεως καί Πνεύματος ῾Αγίου». Στολισμένος μέ θεῖα χαρίσματα ἔκανε πολλά θαύματα καί μεγάλα, πού ἔκανε τόν λαό νά τόν ἀκούει καί νά τόν παρακολουθεῖ μέ δέος.
Σ᾿ ὅποια Συναγωγή πήγαινε, ὁ λόγος του ἦταν πύρινος. ᾿Ανέβαινε στό βῆμα, μιλοῦσε πειστικά, ἀνέλυε τήν Παλαιά Διαθήκη καί ὁδηγοῦσε τό ἀκροατήριο στήν χριστιανική πίστη. Τότε γινόταν σάλος. ῎Αρχιζε ἡ λογομαχία μέ τούς νομοδιδασκάλους. Μά κανένας δέν μποροῦσε νά τά βγάλει πέρα μαζί του. ᾿Ακτινοβολοῦσε τέτοια μυστική δύναμη, πού κατέπλησσε κι ἔκανε ὅλους νά σωπαίνουν καί νά σκύβουν τό κεφάλι.
Κάποια μέρα σέ μιά Συναγωγή ὄμως οἱ ραββίνοι εἶχαν καταστρώσει καλά τό δόλιο σχέδιό τους. Σ᾿ ἕνα νεῦμα τους σηκώθηκαν οἱ πληρωμένοι ψευδομάρτυρες. Εἶχαν διδαχθεῖ καλά τό μάθημά τους. Εἶπαν πώς ὁ Στέφανος λέει βλάσφημα λόγια κατά τοῦ Μωυσῆ καί κατά τοῦ Θεοῦ. Τόν ἄκουσαν, εἶπαν, μέ τ᾿ αὐτιά τους.
῞Οσοι ἦταν στή Συναγωγή πετάχτηκαν ὄρθιοι. Λαός, πρεσβύτεροι, γραμματεῖς ἔγιναν ἔξαλλοι ἀπό θυμό. Χιλιάδες στόματα ἄνοιξαν κι ἄφησαν ἕνα ἀλαλαγμό. Σφιγμένες γροθιές ὑψώθηκαν ἀπειλητικά στόν ἀέρα. Καί ταυτόχρονα κάποια χέρια ἅρπαζαν τόν Στέφανο καί τόν ἔσερναν μέ βία μέσα ἀπό τούς πλακόστρωτους δρόμους τῆς ῾Ιερουσαλήμ καί κάτω ἀπό τά βλέμματα τῶν ἀπορημένων διαβατῶν, στό Συνέδριο.
῾Η αἴθουσα τοῦ Συνεδρίου, ἦταν ἔξω ἀπό τό Ναό, στήν μεγάλη αὐλή. Οἱ δικαστές μέ συννεφιασμένα τά πρόσωπα κάθισαν σέ ἡμικύκλιο. Τά βλέμματά τους καρφώθηκαν πάνω του. ᾿Αλλά περίεργο. ᾿Εκεῖνο τό πρόσωπο δέν ἔμοιαζε μέ πρόσωπο βλασφήμου. Εἶχε μορφή ἀγγέλου. Φῶς ὑπερκόσμιο ἔβγαινε ἀπό πάνω του, ἀκτινοβολοῦσε σάν ἄγγελος. Μά οἱ ᾿Ιουδαῖοι δέν πρόσεχαν τίποτε. Εἶχαν καρδιές σκληρές.
῾Ο Στέφανος μέ ἕνα θαυμάσιο λόγο ἀπέδειξε τήν ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς πίστεως. ῏Ηταν ἕτοιμος νά ὁλοκληρώσει τό λόγο του καί νά πεῖ πώς ὁ Χριστός εἶναι ὁ Μεσσίας, πού περίμενε μέ λαχτάρα ὁ ᾿Ισραήλ. ᾿Αλλά οἱ κατήγοροι εἶχαν πάρει κιόλας τήν ἀπόφασή τους. Οὔτε πρόσεχαν τά λόγια του. Καί τότε ὁ Στέφανος σταμάτησε. ῞Υψωσε τή φωνή του. ῾Ο λόγος του ἔγινε ξαφνικά πύρινος. Εἶστε σκληροτράχηλοι, τούς εἶπε. ᾿Αντιστέκεστε στή φωνή τοῦ Θεοῦ. ῞Οπως ἀκριβῶς καί οἱ πατέρες σας. Εἶστε προδότες καί φονιάδες τοῦ δίκαιου Χριστοῦ.
῾Η αἴθουσα τότε γέμισε ἀπό μουγκρητά. ῎Ηθελαν νά χυμήξουν πάνω του νά τόν ξεσχίσουν. ᾿Εκεῖνος στεκόταν ἀτάραχος. Λουσμένος στό θεῖο φῶς. Κι ἐνῶ τά βλέμματα ὅλων καρφώνονταν πάνω του σάν μάτια θηρίων, αὐτός ἔστρεφε τό καθαρό βλέμμα του στόν οὐρανό. Καί τότε εἶδε τήν «δόξα τοῦ Θεοῦ», εἶδε τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό νά κάθεται στό θρόνο τοῦ Θεοῦ ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. ῾Ο Στέφανος ἐμψυχωμένος πιά, βαδίζει μέ σταθερότητα στό μαρτύριο.
῾Ο ὄχλος μόλις ἄκουσε τόν Στεφάνο νά λέει ὅτι βλέπει τόν «᾿Ιησοῦ ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ», ἄρχισε νά οὐρλιάζει. Βούλωσε ἐπιδεικτικά τά αὐτιά του. Τά λόγια του τούς προξένησαν τέτοια μανία, ὥστε χύμηξαν ὅλοι μαζί καί ἔσυραν τόν Στέφανο ἔξω ἀπό τήν πύλη τῆς Πόλεως.
῾Ο μάρτυρας τοποθετήθηκε στό βάθρο τοῦ λιθοβολισμοῦ. ῾Ο ὄχλος σύρθηκε πίσω οὐρλιάζοντας. Οἱ ψευδομάρτυρες πλησίασαν τόν Στέφανο, καί σύμφωνα μέ τόν Νόμο, ἔκαναν πρῶτοι τήν ἀρχή. Σήκωσαν τίς πέτρες καί τόν κτύπησαν μ᾿ ὅλη τους τή δύναμη. Δέν κατόρθωσαν ὅμως νά τόν ἀποτελειώσουν. ῞Υστερα ἦλθε ἡ σειρά τοῦ ὄχλου, πού ἀνυπομονοῦσε κρατῶντας τίς πέτρες. ῎Εριχναν μέ ὀργή καί λύσσα. Γιά νά μήν ἐμποδίζονται στό μακάβριο ἔργο τους, ἄφηναν τά λευκά τους ἰμάτια, στά πόδια κάποιου νέου, τοῦ Σαύλου, πού ἄν καί δέν ἔριχνε πέτρες, ἦταν ὅμως βαθύτατα ἱκανοποιημένος, γιατί συνεργοῦσε στήν ἐκτέλεση.
Κάποια στιγμή ὁ Στέφανος καταπληγωμένος, συγκέντρωσε ὅλες του τίς δυνάμεις καί γονάτισε. Πῆρε βαθειά ἀνάσα, ὕψωσε τή φωνή του κι ἔκραξε· «Κύριε μή στήσῃς αὐτοῖς τήν ἁμαρτίαν ταύτην». Καθώς οἱ πέτρες σφύριζαν σάν χαλάζι στόν ἀέρα καί κτυποῦσαν τό μαρτυρικό σῶμα, ὁ Στέφανος ἄνοιξε τά χέρια, ὕψωσε τό βλέμμα στόν οὐρανό καί εἶπε· «Κύριε ᾿Ιησοῦ, δέξαι τό πνεῦμα μου». ῾Ο μάρτυρας πιά νεκρός ἔπλεε στό ζεστό αἷμα, πού ἔβαφε τό σωρό ἀπό τίς πέτρες.
᾿Ασφαλῶς πολλά διδάγματα θά μπορούσαμε νά πάρουμε ἀπό τό ἡρωϊκό παράδειγμα τοῦ πρωτομάρτυρα Στεφάνου.
᾿Εμεῖς ὅμως σήμερα θά ἐπικεντρώσουμε τήν προσοχή μας σέ μιά ἀπό τίς πολλές ἀρετές του. ῾Ο Στέφανος «ἐλάλει σοφίᾳ καί τῷ πνεύματι».
1.Μιλοῦσε μέ θεία σοφία καί φωτισμό τοῦ ῾Αγ. Πνεύματος.Ποῦ φαίνεται αὐτό;
- Μιλοῦσε μέ θεία δύναμη στίς Συναγωγές καί στό Συνέδριο,
- Δέν μποροῦσε κανείς νά τόν ἀντιμετωπίσει.
- ῎Επειθε πλήθη λαοῦ.
- ᾿Αλλά καί κατά τήν ὥρα τοῦ λιθοβολισμοῦ, δέν τοῦ ξέφυγε καμμιά λέξη ὀργῆς καί ἀγανακτήσεως.
- ᾿Αντιθέτως συγχώρησε τούς δημίους του.
2.Πῶς ἐμεῖς μποροῦμε νά μιμηθοῦμε αὐτό τό παράδειγμα τοῦ Στεφάνου;
α) Ποτέ νά μήν μᾶς ξεφεύγουν λόγια, ἀπρεπῆ, θυμώδη,
κοροϊδίες, ψέμματα, βρισιές, δικαιολογίες, κατακρίσεις, ἀγριότητες.
β) Νά μιλοῦμε μέ θεία σοφία, μέ πίστη, μέ εὐγένεια, μέ θάρρος.
ΣΥΝΘΗΜΑ: Τά λόγια μου, καθαρά, προσεκτικά, εὐγενικά.

Καμία απάντηση
Δεν υπάρχουν ακόμα απαντήσεις!