Αγιογραφικές Ιστορίες (Α’ Μέρος)

ΘΕ­ΜΑ: ΟΙ ΚΑ­ΛΕΣ ΠΡΑ­ΞΕΙΣ

Στήν πό­λη ᾿Ι­όπ­πη τῆς Μι­κρᾶς ᾿Α­σί­ας κα­τοι­κοῦ­σε μιά πο­λύ εὐ­σε­βής Χρι­στι­α­νή μα­θή­τρι­α, ἡ Τα­βι­θά. Τό ὄ­νο­μά της ἦ­ταν ἑ­βρα­ϊ­κό καί στήν ἑλ­λη­νι­κή γλῶσ­σα ση­μα­ί­νει «Δορ­κάς», δη­λα­δή ζαρ­κά­δι. Καί πρά­γμα­τι τό ὄ­νο­μά της αὐ­τό φα­νέ­ρω­νε τό χα­ρα­κτῆ­ρα τῆς Τα­βι­θά, ἡ ὁ­πο­ί­α ἦ­ταν τα­χύ­τα­τη καί ἔ­ξυ­πνη σάν τό ζαρ­κά­δι στήν ἐ­πι­τέ­λε­ση ἱ­ε­ρῶν ἔρ­γων.

«Αὔ­τη ἦν πλή­ρης ἀ­γα­θῶν ἔρ­γων καί ἐ­λε­η­μο­συ­νῶν ὧν ἐ­πο­ί­ει». ῎Ε­κα­νε πά­ρα πολ­λές ἐ­λε­η­μο­σύ­νες καί ἄλ­λα κα­λά ἔρ­γα, τά ὁ­ποῖ­α τῆς τά ἐ­νέ­πνε­ε ἡ ἀ­γά­πη πού εἶ­χε πρός τόν Χρι­στό καί το­ύς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. ῏Η­ταν ἀ­κο­ύ­ρα­στη νά εὐ­ερ­γε­τεῖ καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως τά ὀρ­φα­νά καί τίς χῆ­ρες.

᾿Ε­κεῖ­νο τόν και­ρό ὅ­μως ἡ Τα­βι­θά ἀρ­ρώ­στη­σε βα­ριά· καί παρ᾿ ὅ­λες τίς φρο­ντί­δες καί προ­σπά­θει­ες πού κα­τέ­βα­λαν οἱ Χρι­στι­α­νοί στή ἄρ­ρω­στη, αὐ­τή ἔ­πει­τα ἀ­πό λί­γο πέ­θα­νε. ῾Ο ἥ­λι­ος τῆς ἀ­γά­πης ἔ­δυ­σε ξα­φνι­κά στήν πα­ρα­λι­α­κή πό­λη τῆς ᾿Ι­όπ­πης. Καί οἱ δι­κοί της, γε­μά­τοι πό­νο βα­θύ στήν ψυ­χή, τήν ἑ­το­ί­μα­σαν καί τήν ἔ­βα­λαν στό πά­νω δι­α­μέ­ρι­σμα τοῦ σπι­τι­οῦ πού ἔ­με­νε.

Με­γά­λη καί ἀ­βά­στα­κτη ἦ­ταν ἡ θλί­ψη ὅ­λων τῶν κα­το­ί­κων τῆς πό­λε­ως. Θρη­νοῦ­σαν ὅ­λοι γιά τήν ἀ­κο­ύ­ρα­στη μα­θή­τρι­α τοῦ Χρι­στοῦ. Πό­σο θά ἤ­θε­λαν ἀ­λή­θει­α νά τήν εἶ­χαν καί πά­λι ἀ­νά­με­σά τους.

῎Ε­στει­λαν λοι­πόν δύ­ο ἄν­δρες στόν Πέ­τρο πα­ρα­κα­λῶ­ντας τον θερ­μά νά κά­νει τόν κό­πο νά ἔλ­θει στήν ᾿Ι­όπ­πη. Πί­στευ­αν ὅ­τι μπο­ροῦ­σε ὁ ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος νά συ­ντε­λέ­σει στό θαῦ­μα. Καί πρά­γμα­τι ὁ Πέ­τρος ἀ­ντα­πο­κρί­θη­κε στήν πρό­σκλη­ση καί ἦλ­θε.

᾿Αλ­λά τί ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νο πού ἀ­ντί­κρυ­σε, ὅ­ταν τόν ὁ­δή­γη­σαν στό σπί­τι πού ἦ­ταν νε­κρή ἡ Τα­βι­θά.

῏Η­ταν ἐ­κεῖ ὅ­λες οἱ χῆ­ρες κλα­ί­γο­ντας γιά τό θά­να­τό της. Οἱ χῆ­ρες καί τά ὀρ­φα­νά τῆς πό­λε­ως ἔ­δει­ξαν στό Πέ­τρο το­ύς χι­τῶ­νες καί τά ἱ­μά­τι­α, τά ὁ­ποῖ­α κα­τα­σκε­ύ­α­ζε ἡ Τα­βι­θά γιά χά­ρη τους, καί τά θέρ­μαι­νε μέ τήν πνοή τῆς ἀ­γά­πης της, ὅ­σο ζοῦ­σε. Αὐ­τή ἦ­ταν ἡ ἀ­λη­θι­νή τους μη­τέ­ρα, αὐ­τή το­ύς πα­ρη­γο­ροῦ­σε, το­ύς συμ­βο­ύ­λευ­ε, το­ύς ἀ­να­κο­ύ­φι­ζε στή δυ­στυ­χί­α τους.

Τό­τε, μπρο­στά σ᾿ αὐ­τό τό ὀ­δυ­νη­ρό καί συ­γκλο­νι­στι­κό θέ­α­μα, ὁ Πέ­τρος ζή­τη­σε νά βγοῦν ὅ­λοι ἀ­πό τό δω­μά­τι­ο πού ἦ­ταν ἡ νε­κρή, καί ἐ­κεῖ­νος μέ ὅ­λη τή θερ­μό­τη­τα τῆς καρ­δι­ᾶς του γο­να­τι­στός προ­σευ­χή­θη­κε. ῎Ε­πει­τα στρά­φη­κε πρός τό νε­κρό σῶ­μα καί μ᾿ ὅ­λη τή δύ­να­μη τῆς πί­στε­ώς του εἶ­πε· «Τα­βι­θά ἀ­νά­στη­θι».

Καί ἡ Τα­βι­θά ἀ­νο­ί­γει τά μά­τι­α της, βλέ­πει τόν ἀ­πό­στο­λο Πέ­τρο, ἀ­να­ση­κώ­νε­ται ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι της.

Καί ὁ Πέ­τρος τῆς δί­νει τό χέ­ρι του καί τήν ση­κώ­νει.

῾Η Τα­βι­θά ἀ­να­στή­θη­κε. Καί ὁ ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος φω­νά­ζει το­ύς χρι­στι­α­νο­ύς καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως τίς χῆ­ρες καί τά ὀρ­φα­νά καί μέ χα­ρά το­ύς πα­ρου­σι­ά­ζει ζω­ντα­νή τή λα­τρευ­τή τους Τα­βι­θά.

῾Ο θρῆ­νος με­τα­τρά­πη­κε σέ χα­ρά, σέ πα­νη­γύ­ρι ἐν­θου­σι­α­σμοῦ καί ἀ­γαλ­λι­ά­σε­ως. Τό θαῦ­μα δέν μπο­ροῦ­σε νά με­ί­νει κρυ­φό. ῞Ε­να τό­σο με­γά­λο θαῦ­μα, ἔ­γι­νε ἀ­στρα­πι­α­ί­α γνω­στό σ᾿ ὅ­λη τήν ᾿Ι­όπ­πη, σ᾿ ὅ­λη τήν πε­ρι­ο­χή, καί πολ­λοί πί­στευ­σαν στόν Κύ­ρι­ο. ῞Ε­να θαῦ­μα, πού τό ἐ­πε­τέ­λε­σε ὁ Κύ­ρι­ος διά τοῦ Πέ­τρου, ἕ­να θαῦ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, πού βρά­βευ­σε τήν ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη του μα­θή­τρι­α, τήν κό­ρη τῆς ἀ­γά­πης καί τῶν κα­λῶν ἔρ­γων, τήν Τα­βι­θά.

Γι­α­τί, παι­διά, τό­σοι ἄν­θρω­πο ἔ­κλαι­γαν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα γιά τό θά­να­το μι­ᾶς γυ­να­ί­κας;

Γι­α­τί αὐ­τή ἦ­ταν ἡ ἀ­λη­θι­νή τους μη­τέ­ρα, αὐ­τή το­ύς πα­ρη­γο­ροῦ­σε, το­ύς συμ­βο­ύ­λευ­ε, το­ύς ἀ­να­κο­ύ­φι­ζε στή δυ­στυ­χί­α τους. Το­ύς ἔ­δι­νε τρο­φή. Το­ύς ἔ­δι­νε ροῦ­χα, χι­τῶ­νες καί ἰ­μά­τι­α, τά ὁ­ποῖ­α κα­τα­σκε­ύ­α­ζε ἡ ἴ­δι­α γιά χά­ρη τους, καί τά θέρ­μαι­νε μέ τήν πνοή τῆς ἀ­γά­πης της.

Γι­α­τί λοι­πόν ὁ ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος ἀ­νέ­στη­σε τήν Τα­βι­θά;

Γιά νά βρα­βε­ύ­σει τήν ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη μα­θή­τρι­α τοῦ Χρι­στοῦ, τήν κό­ρη τῆς ἀ­γά­πης καί τῶν κα­λῶν ἔρ­γων, τήν Τα­βι­θά. ᾿Αλ­λά καί γιά νά στη­ρί­ξει τίς ψυ­χές τό­σων ἀν­θρώ­πων πού εὐ­ερ­γε­τοῦ­σε.

Καί γι­α­τί, παι­διά, ἡ Τα­βι­θά ἔ­κα­νε τό­σες πολ­λές πρά­ξεις ἀ­γά­πης καί τό­σα πολ­λά κα­λά ἔρ­γα;

Γι­α­τί εἶ­χε κα­τα­λά­βει βα­θειά μέ­σα της καί ἐ­φάρ­μο­σε σ᾿ ὅ­λη τή ζωή της τό ὑ­πέ­ρο­χο δί­δα­γμα τῆς ἀ­γά­πης πού ἔ­φε­ρε στόν κό­σμο ὁ Κύ­ρι­ός μας.

Τί πα­ρά­δει­γμα δί­νει σέ μᾶς ἡ ῾Α­γί­α Τα­βι­θά;

῾Η ῾Α­γί­α Τα­βι­θά μέ τό πα­ρά­δει­γμά της ζη­τᾶ ἀ­πό ἐ­μᾶς νά γί­νου­με κι ἐ­μεῖς σή­με­ρα τα­πει­νοί μα­θη­τές καί μα­θή­τρι­ες τοῦ Χρι­στοῦ πού ἀ­θό­ρυ­βα, τα­πει­νά, μέ κί­νη­τρο τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ, νά προ­σφέ­ρου­με αὐ­τή τήν ἀ­γά­πη στο­ύς γύ­ρω μας·

1.Πῶς ὅ­μως μπο­ρεῖ νά γί­νει αὐ­τό; Τί μπο­ροῦ­με ἐ­μεῖς νά κά­νου­με σή­με­ρα στήν παι­δι­κή ἡ­λι­κί­α πού βρι­σκό­μα­στε;

- Νά βο­η­θή­σου­με ἕ­να φτω­χό γει­το­νό­που­λο, κά­νο­ντας οἰ­κο­νο­μί­ες ἀ­πό τό χαρτ­ζι­λί­κι μας, ἀ­πό τά κά­λα­ντα, ἤ ἀ­πό ἄλ­λες μας πη­γές.

- Νά βο­η­θή­σου­με ἕ­να συμ­μα­θη­τή μας πού εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τος στά μα­θή­μα­τα.

- Νά φέ­ρου­με το­ύς συμ­μα­θη­τές μας στό Κα­τη­χη­τι­κό καί τά Χε­λι­δό­νι­α.

- Νά ἐ­πι­σκε­φθοῦ­με ἕ­να ἄρ­ρω­στο συμ­μα­θη­τή μας.

- Νά βο­η­θοῦ­με το­ύς γο­νεῖς μας στίς δι­ά­φο­ρες ἐρ­γα­σί­ες τοῦ σπι­τι­οῦ.

- ᾿Ε­δῶ στήν Κα­τα­σκή­νω­ση νά βο­η­θοῦ­με πρό­θυ­μα στίς δι­ά­φο­ρες ἐρ­γα­σί­ες, στήν ῾Ο­μά­δα ἀ­γά­πης καί ὑ­πη­ρε­σί­ας.

ΣΥΝΘΗΜΑ: Πρό­θυ­μοι γιά κα­λές πρά­ξεις.

Σελίδα: 1 2 3 4

Στην ίδια κατηγορία:



Σχετικά άρθρα:

1 απάντηση

Αφήστε μια νέα απάντηση

Πρέπει να είστε συνδεδεμένος για να αφήσετε μια απάντηση.