Αγιογραφικές Ιστορίες (Α’ Μέρος)

ΘΕ­ΜΑ: Ο ΧΡΙ­ΣΤΟΣ ΜΑΣ ΕΥ­ΛΟ­ΓΕΙ

Σέ ἔ­ρη­μο τό­πο εἶ­χε ἀ­πο­συρ­θεῖ ὁ Κύ­ρι­ος μέ το­ύς Μα­θη­τές Του, γιά νά ξε­κου­ρα­σθεῖ. Κά­ποι­α ἤ­ρε­μη ἀ­κρο­λι­μνιά τῆς Γα­λι­λα­ί­ας. ᾿Αλ­λά κι ἐ­κεῖ Τόν ἔ­φθα­σε ὁ λα­ός δι­ψώ­ντας τήν πα­ρου­σί­α καί τή δι­δα­σκα­λί­α Του. Περ­πά­τη­σαν ὧ­ρες ἀ­πό πό­λεις καί χω­ριά, γιά νά φθά­σουν καί πά­λι κο­ντά στόν Με­γά­λο Δι­δά­σκα­λο. ῎Α­φη­σαν δου­λει­ές καί κά­θε τους ἔ­γνοι­α οἱ με­γά­λοι, τά παι­χνί­δι­α τους τά παι­διά, καί πῆ­γαν νά Τόν βροῦν στόν ἔ­ρη­μο τό­πο! Πό­ση δί­ψα γιά τό λό­γο τοῦ Θε­οῦ! Πό­ση ἕλ­ξη ἀ­πό τό θεῖ­ο πρό­σω­πο τοῦ Κυ­ρί­ου ᾿Ι­η­σοῦ!

Καί πό­ση ὥ­ρα ἔ­μει­ναν ἐ­κεῖ νά ἀ­κοῦ­νε ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι τή δι­δα­σκα­λί­α Του; Μί­α ὥ­ρα; Δύ­ο;

—῞Ο­λη τήν ἡ­μέ­ρα! Κα­νε­ίς δέν εἶ­πε· κου­ρά­σθη­κα, βα­ρέ­θη­κα, πε­ί­να­σα, δί­ψα­σα! Καί κα­λά οἱ με­γά­λοι. ᾿Αλ­λά τά παι­διά! Νά μή δι­α­μαρ­τυ­ρη­θοῦν; Νά μήν γκρι­νι­ά­ζουν καί νά θέ­λουν νά φύ­γουν; Νά μήν κά­νουν φα­σα­ρί­ες!­.­.. ῞Ο­λοι κρέ­μο­νταν ἀ­πό τά χε­ί­λη τοῦ Κυ­ρί­ου! ῾Ο ἥ­λι­ος ἔ­κα­νε τή βόλ­τα του στόν οὐ­ρα­νό· ἔ­φτα­σε στή Δύ­ση· καί κα­νε­ίς δέν τόν πρό­σε­ξε! Πῶς νά τόν προ­σέ­ξουν, ἀ­φοῦ εἶ­χαν μπρο­στά τους τόν ᾿Α­λη­θι­νό ῞Η­λι­ο τῆς Ζω­ῆς!­.­.. Πῶς, λοι­πόν, γι᾿ αὐ­το­ύς το­ύς ἀν­θρώ­πους, πού εἶ­χαν κα­θί­σει κο­ντά Του, μό­νο καί μό­νο γιά νά πά­ρουν ἀ­πό τό θεῖ­ο Του στό­μα τήν οὐ­ρά­νι­α τρο­φή τῆς ψυ­χῆς, νά μήν ἐν­δι­α­φερ­θεῖ ὁ Κύ­ρι­ος! ῾Ο ἴ­δι­ος τό εἶ­χε πεῖ κά­ποι­α ἄλ­λη φο­ρά· «Ζη­τᾶ­τε πρῶ­τα ὅ,τι ἀ­φο­ρᾶ στή Βα­σι­λε­ί­α τοῦ Θε­οῦ· καί ὅ­λα τά ἄλ­λα θά σᾶς προ­στε­θοῦν!»

῎Ε­τσι, χω­ρίς κα­νε­ίς νά τό ἀ­ντι­λη­φθεῖ, πέ­ρα­σε ἡ ὥ­ρα. ῾Ο ἥ­λι­ος ἔ­παιρ­νε νά γέρ­νει. ῎Ε­γκαι­ρα ἔ­πρε­πε νά ξε­κι­νή­σει ὁ κό­σμος γιά τήν ἐ­πι­στρο­φή. Γι­α­τί δέν ἦ­ταν μό­νο ὁ δρό­μος, πού ἔ­πρε­πε νά κά­νουν. ῏Η­ταν κι ἡ πε­ί­να. Μιά μέ­ρα ὁ­λό­κλη­ρη μα­κριά ἀπ᾿ τά σπί­τι­α τους νη­στι­κοί.

Μέ σε­βα­σμό, λοι­πόν, πλη­σί­α­σαν τόν Δι­δά­σκα­λο οἱ Μα­θη­τές.

—Κύ­ρι­ε, τοῦ εἶ­παν. Θυ­μή­σου ὅ­τι βρι­σκό­μα­στε στήν ἐ­ρη­μιά. Στό με­τα­ξύ κι ἡ ὥ­ρα φε­ύ­γει. ῎Α­φη­σε το­ύς ὄ­χλους νά φύ­γουν! Του­λά­χι­στον νά προ­λά­βουν σέ κά­ποι­ο ἀπ᾿ τά κο­ντι­νό­τε­ρα χω­ριά νά βροῦν τό φα­γη­τό τους.

—Δέν εἶ­ναι ἀ­νά­γκη νά φύ­γουν, ἀ­πά­ντη­σε μέ ἀ­πό­λυ­τη ἠ­ρε­μί­α, στα­θε­ρά ὁ Χρι­στός. Καί μά­λι­στα νη­στι­κοί σ᾿ ἄ­γνω­στους τό­πους. Νά το­ύς δώ­σε­τε σεῖς τήν τρο­φή πού ἔ­χουν ἀ­νά­γκη.

—Μά εἶ­ναι δυ­να­τόν; εἶ­πε ὁ Φί­λιπ­πος μέ ἔκ­πλη­ξη. Καί νά ᾿χα­με ἄρ­τους δι­α­κο­σί­ων δη­να­ρί­ων δέ θά ἔ­φθα­ναν γιά τό­σο κό­σμο.

—Κι ἐ­δῶ ἔ­χου­με μο­νά­χα πέ­ντε ἄρ­τους καί δυό ψά­ρι­α, συ­μπλή­ρω­σε ὁ ᾿Αν­δρέ­ας. ᾿Αλ­λά τί εἶ­ναι αὐ­τά μπρο­στά σέ τό­σο πλῆ­θος;

—Φέρ­τε τά μου ἐ­δῶ! ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Κύ­ρι­ος. Καί σεῖς βάλ­τε τόν κό­σμο νά κα­θή­σει κά­τω στό χορ­τά­ρι σέ ὁ­μά­δες μέ 50 καί μέ 100 ἄ­το­μα ἡ κα­θε­μιά.

Κι ᾿Ε­κεῖ­νος, πα­ίρ­νο­ντας στά ἅ­γι­α χέ­ρι­α Του τά ψω­μιά καί τά ψά­ρι­α, σή­κω­σε τά μά­τι­α στόν οὐ­ρα­νό καί εὐ­λό­γη­σε, δη­λα­δή δό­ξα­σε τόν Πα­τέ­ρα Του, πού μέ ἀ­γά­πη τρέ­φει τά σύ­μπα­ντα. Ταυ­τό­χρο­να χά­ρι­ζε καί τήν εὐ­λο­γί­α Του στά λί­γα ἐ­κεῖ­να τρό­φι­μα, πού κρα­τοῦ­σε. Κα­τό­πιν τά ἔ­κο­ψε σέ κομ­μά­τι­α κι ἄρ­χι­σε νά μοι­ρά­ζει στο­ύς Μα­θη­τές Του, κι αὐ­τοί μέ τή σει­ρά τους στό λαό.

Μο­ί­ρα­ζε, μο­ί­ρα­ζε ἀ­δι­ά­κο­πα. Πή­γαι­ναν κι ἐ­πέ­στρε­φαν οἱ Δώ­δε­κα, βλέ­πο­ντας τήν ἀ­πί­στευ­τη εὐ­λο­γί­α. Ποῦ εἶ­χε βρε­θεῖ αὐ­τός ὁ πλοῦ­τος, αὐ­τή ἡ ἀ­νε­ξά­ντλη­τη ἀ­φθο­νί­α; Ποιά πη­γή ἦ­ταν αὐ­τή, πού ἀ­νά­βρυ­ζε ψά­ρι­α καί ψω­μιά στήν ἐ­ρη­μιά; Θαῦ­μα χει­ρο­πι­α­στό!

Καί ἡ δι­α­νο­μή ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε.­.. ῾Ο κό­σμος ἔ­παιρ­νε καί ψω­μί καί ψά­ρι­α ὅ­σο ἤ­θε­λαν, χω­ρίς πε­ρι­ο­ρι­σμό. ῎Ε­τρε­χαν ἀ­νά­με­σα στίς πρα­σι­ές οἱ ῞Α­γι­οι ᾿Α­πό­στο­λοι καί μο­ί­ρα­ζαν κι ὅ­λο μο­ί­ρα­ζαν.­.. Πέ­ντε χι­λι­ά­δες ἦ­ταν μό­νο οἱ ἄν­δρες. Γυ­ναῖ­κες καί παι­διά του­λά­χι­στον ἄλ­λοι τό­σοι. Πό­λη ὁ­λό­κλη­ρη εἶ­χε μα­ζευ­θεῖ στήν ἐ­ρη­μιά! Καί τρε­φό­ταν ἐ­κε­ί­νη τή στι­γμή μέ ὁ­λο­φά­νε­ρο θαῦ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. ᾿Α­πό πέ­ντε ψω­μιά καί δύ­ο ψά­ρι­α μό­νο!

Κι ὅ­ταν τε­λε­ί­ω­σαν πιά, πέ­ρα­σαν πά­λι οἱ Μα­θη­τές μέ ἐ­ντο­λή τοῦ Κυ­ρί­ου καί μά­ζε­ψαν τά πε­ρισ­σε­ύ­μα­τα. Μι­κρές φέ­τες, ἄ­κρες καί κομ­μα­τά­κι­α ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ. Δώ­δε­κα κο­φί­νι­α γέ­μι­σαν μ᾿ αὐ­τά. Κα­θέ­νας ἀ­πό ἕ­να. Νά θυ­μᾶ­ται κα­τό­πιν σ᾿ ὅ­λη του τή ζωή τό κα­τα­πλη­κτι­κό, τό μο­να­δι­κό ἐ­κεῖ­νο θαῦ­μα.­..

Πό­σο θά θέ­λα­με νά εἴ­μα­στε καί μεῖς πα­ρό­ντες στό με­γά­λο αὐ­τό γε­γο­νός!

Κα­θι­σμέ­νοι στό γρα­σί­δι, νά ρου­φᾶ­με τή θε­ϊ­κή δι­δα­σκα­λί­α Του. Νά δοῦ­με μέ τά μά­τι­α μας τό με­γά­λο αὐ­τό θαῦ­μα! Καί νά γευ­θοῦ­με, ἀ­δελ­φω­μέ­νοι μέ ὅ­λους, τήν εὐ­λο­γη­μέ­νη ἀ­πό τόν Κύ­ρι­ο τρο­φή!

Κι ὅ­μως μπο­ροῦ­με νά ζή­σου­με αὐ­τές τίς μο­να­δι­κές στι­γμές μα­ζί μέ τόν Κύ­ρι­ο ἐ­δῶ στήν Κα­τα­σκή­νω­ση·

῾Η Κα­τα­σκή­νω­σή μας, παι­διά, πού ἀρ­χί­ζει σή­με­ρα, εἶ­ναι μιά μι­κρο­γρα­φί­α τοῦ θα­ύ­μα­τος αὐ­τοῦ, εἶ­ναι μιά μι­κρή Γα­λι­λα­ί­α. Γι­α­τί ἄ­ρα­γε;

῾Ο Χρι­στός θά εἶ­ναι πα­ρών καί θά εὐ­λο­γεῖ τήν Κα­τα­σκή­νω­σή μας.

1. ᾿Ε­δῶ θά ἀ­κο­ύ­σου­με τόν Χρι­στό νά μᾶς μι­λά­ει. Πῶς θά γί­νει αὐ­τό;

- Θά μᾶς μι­λά­ει ὁ Χρι­στός μέ τό στό­μα τῶν ῾Ο­μα­δαρ­χῶν μας.

- Θά πά­ρου­με στά χέ­ρι­α μας τήν Κ. Δι­α­θή­κη, τό θεῖ­ο Του λό­γο!

- Θά πά­ρου­με τό ὀρ­θό­δο­ξο χρι­στι­α­νι­κό βι­βλί­ο καί πε­ρι­ο­δι­κό.

- Θά μά­θου­με τήν προ­σευ­χή. Νά Τοῦ μι­λᾶ­με. Νά μᾶς μι­λά­ει.

2. ᾿Ε­δῶ ὁ Χρι­στός, ἐ­κτός ἀ­πό τή δι­δα­σκα­λί­α του θά μᾶς προ­σφέ­ρει καί ἄλ­λα με­γά­λα δῶ­ρα Του. Ποιά εἶ­ναι αὐ­τά;

- ᾿Ε­δῶ ὁ Κύ­ρι­ος θά μᾶς δί­νει κα­θη­με­ρι­νά τήν ὑ­λι­κή μας τρο­φή.

- Θά μᾶς δί­νει κα­θη­με­ρι­νά τήν εὐ­λο­γί­α του στό πρό­γραμ­μά μας, τό πλο­ύ­σι­ο παι­χνί­δι, τήν ὄ­μορ­φη συ­ντρο­φιά, τήν εὐ­χά­ρι­στη ψυ­χα­γω­γί­α.­..

- Θά συγ­χω­ρή­σει τίς ἁ­μαρ­τί­ες μας στήν ῾Ι. ᾿Ε­ξο­μο­λό­γη­ση.

- Καί τέ­λος, τό σπου­δαι­ό­τε­ρο, θά μας προ­σφέ­ρει κά­τι ἀ­συ­γκρί­τως ἀ­νώ­τε­ρο ἀ­πό το­ύς πέ­ντε ἄρ­τους καί τά δύ­ο ψά­ρι­α. Θά μᾶς προ­σφέ­ρει τό Σῶ­μα του καί τό Αἷ­μα του στή θε­ί­α Κοι­νω­νί­α!

῎Ας αἰ­σθά­νό­μα­στε τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ στήν Κα­τα­σκή­νω­σή μας.

1. Νά αἰ­σθα­νό­μα­στε ὅ­τι σέ κά­θε μας θέ­μα, δέν μᾶς θά μι­λᾶ ὁ τά­δε ῾Ο­μα­δάρ­χης, ἀλ­λά θά μᾶς μι­λᾶ προ­σω­πι­κά ὁ ἴ­δι­ος ὁ Χρι­στός. Καί μεῖς ν᾿ ἀ­κοῦ­με τή φω­νή Του. Νά σκε­πτό­μα­στε τί θέ­λει ἀ­πό μᾶς κά­θε φο­ρά ὁ Χρι­στός καί νά ἀ­ντα­πο­κρι­νό­μα­στε πρό­θυ­μα σ᾿ αὐ­τό.

2. Νά εὐ­χα­ρι­στοῦ­με τόν Κύ­ριό μας γιά τά με­γά­λα καί πλο­ύ­σι­α δῶ­ρα πού κα­θη­με­ρι­νά θά μᾶς προ­σφέ­ρει.

ΣΥΝΘΗΜΑ: Στήν Κα­τα­σκή­νω­σή μας, πα­ρών ὁ Χρι­στός!

Σελίδα: 1 2 3 4

Στην ίδια κατηγορία:



Σχετικά άρθρα:

1 απάντηση

Αφήστε μια νέα απάντηση

Πρέπει να είστε συνδεδεμένος για να αφήσετε μια απάντηση.